vendredi 3 janvier 2014

H γαλλίδα γύφτισσα

 Κατέβηκα από το τράμ και περπατούσα βιαστικά μέσα στο κρύο. Μια χαλασμένη λάμπα να τρεμοπαίζει, υγρασία διάχυτη στην ατμόσφαιρα και το πλακόστρωτο υγρό. Το ρολόι έδειχνε δώδεκα παρά τέταρτο.
 Μια ακόμη φορά η νύχτα έκλαιγε για την προσοχή μου, για να βολτάρουμε μαζί και να μετρήσουμε τα ανείπωτα. Με ικέτευε, μα εγώ βιαζόμουνα να επιστρέψω στο ζεστό μου διαμέρισμα και να κοιμηθώ ήσυχος, αγνοώντας το κάλεσμα της για ακόμη μία φορά.
 Και τότε εμφανίστηκε η απεσταλμένη της και με μία γέρικη ταλαιπωρημένη φωνή με κάλεσε κοντά της. Ήξερε το όνομα μου. Εξεπλάγην!
 Μα ήδη ήξερα και εγώ το δικό της...

 Ρακένδυτη, κοντή, άσχημη και στραβοκάνα. Στο πρόσωπο της έχανα το μέτρημα των καστανέρυθρων σημαδιών και των ρυτίδων που της είχε αφήσει ο χρόνος περνώντας από μέσα της. Σημάδια ενός έρωτα με τραγελαφικό τέλος...
- Να σου πω τη μοίρα σου, να σου πω το ριζικό σου όμορφε μου.
- Τι να μου πεις ρε γύφτισσα; Δεν την ξέρω θαρρείς;
Διέκρινα στιγμιαία μια αλαζονεία στην απάντηση μου, όμως την προσπέρασα.
- Πολλά δεν ξέρεις για το μέλλον σου και μονάχα η μάνα μου, η νύχτα τα ξέρει. Όσο για το παρελθόν σου, τα φωτεινά τα ξέρει η μέρα. Τα κρυφά τα'χεις εμπιστευτεί μόνο στη μάνα μου, που με τα δάκρυα της σε ξέπλυνε και που με τα τερτίπια της σε έσωσε.
- Και εγώ τι ξέρω;
- Εσύ δεν ξέρεις τίποτα για σένα. Θυμάσαι πολύ λίγα. Τα ξέχασες εκείνα τα ωραία, τα ξεχωριστά. Έχασες το μυαλό σου και οι αναμνήσεις σου τώρα κρυμμένες όλες είναι στο ηλιοβασίλεμα που έχεις να το νιώσεις καιρό πολύ.
 Εσύ τώρα φοβάσαι τη βροχή, μα ξέχασες ότι στη βροχή ανοίγει το σεντούκι των ευχών.
 Εσύ τώρα δεν κάνεις φασαρία γιατί δεν την αντέχουνε τ'αυτιά σου.
 Εσύ τώρα φοβάσαι τη ζωή σου, μα ξέχασες ότι το θάνατο έχεις ανταμώσει.
 Εσύ τώρα τα Χριστούγεννα δεν στολίζεις δέντρο γιατί τα φώτα του σαν να'σαι τυφλός σε προσπερνάνε.
- Σε ευχαριστώ!

Έτρεξα και της αγόρασα ζεστό κρασί, μα όταν γύρισα η μάνα της την είχε πάρει.
Γειά μας...


Aucun commentaire:

Enregistrer un commentaire