jeudi 6 février 2014

Και τα στόρια κλειστά.

 Ξενυχτάω μέσα στο κρύο... υγρασία, μούχλα και σαπίλα. Άνθρωποι τριγύρω μου ξερνοβολούνε, κατουράνε σε δημόσια θέα. Εκπνέουνε αλκοόλ και μονάχα αλκοόλ. 
Έχουνε πολύ καιρό να εισπνεύσουνε οξυγόνο, που το αίμα τους συνήθισε και πλέον δεν πήζει όταν πληγωθούνε. Και επειδή όταν πληγωθούνε πεθαίνουνε δεν τους νοιάζει εάν πληγώνουνε.
Να και οι άλλοι. Αυτοί που περιπλανιούνται με ένα τσιγάρο για παρέα, ξαπλώνουνε στα χαλίκια γιατί τα περνούν για χλόη. Την αρρώστια τους τη μισούνε μέχρι και τα αδέσποτα. 
Και μέσα σε αυτή την αηδία, το φεγγάρι το κρύβουνε τα νυχτερινά σύννεφα. Το προστατεύουνε, εμποδίζοντας το να δει την αηδία και να ξεράσει πάνω στον πλανήτη μας. 
Όμως συνήθισαν και αυτά. Και έτσι όπως φεύγει με την ανατολή αυτά μένουν και εμμένουν στο έργο τους, εμποδίζοντας τον ήλιο να φωτίσει. Εμποδίζοντας τον να μας ζεστάνει... να μας λιώσει... 

 Και πλέον ξυπνάω πρωί, ανοίγοντας τα στόρια, περιμένωντας να τον αντικρύσω.
 Και το μόνο που βλέπω είναι γκρί. Και πουθενά αυτός.

Γι'αυτό και έκλεισα τα στόρια μου...

Aucun commentaire:

Enregistrer un commentaire