dimanche 6 avril 2014

Κοίτα εγώ

Ταξίδευα...

Κάντε μία απλή μαθηματική πράξη και αφήστε τη διάνοια σας να οργιάσει: Αφαιρέστε από τον κόσμο σας... εσάς. Το αναγκαίο του συστατικό. Και μετά παρατηρήστε τον.
 Όπως ακριβώς κάνει ο Θεός. Όπως ακριβώς κάνουν οι μοίρες. Όπως ακριβώς κάνει το πεπρωμένο.

Μετά αρπάξτε ότι βρίσκετε γύρω σας και με λίγες και απότομες πινελιές αλλάξτε τον.
Το νιώθετε;
Νιώθετε Θεός;

dimanche 30 mars 2014

Καθρέφτης

Και κάπως έτσι, η γυναίκα του Καίσαρα κατέληξε να φαίνεται τίμια...

Έλα όμως που δεν είναι!

mercredi 26 mars 2014

Θησαυροφυλάκιο

Και οι στιγμές φεύγουν και ξανάρχονται...
Σαν τις σκιές που μόλις πάνε να χαθούν από το πλάνο, αγκαλιάζονται και χορεύουν βαλς... 

Ένα βαλς για δυό

dimanche 23 mars 2014

Ερυθρός Σταυρός

Σήμερα ζαλίστηκα. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου, τα οποία μάταια προσπαθούσα να ελέγξω μες τη ζάλη μου. Δεν θέλω άλλο τον καθετήρα. Τον σιχαίνομαι! Θέλω να κατουρήσω και να χέσω στην τουαλέτα σαν άνθρωπος. Όταν ήμουνα στην πόρτα της τουαλέτας με πρόλαβε ο γιατρός. Με πήρε "στοργικά" από το χέρι και με οδήγησε πίσω στο κρεβάτι και στον καλό μου τον καθετήρα και μου είπε ότι δεν πρέπει να σηκώνομαι στην κατάσταση μου. Γι'αυτό και ζαλίστηκα. Μου έβαλε ακόμα ένα μαξιλάρι στην πλάτη και μου υπαγόρευσε "φρόνιμα..."
 Έφυγε! Πάτησα το κόκκινο κουμπάκι και ήρθε η νοσοκόμα. Της είπα να σκύψει και της ψιθύρισα "Θέλω να χέσω στην τουαλέτα!".
 Τότε αυτή με βοήθησε να σηκωθώ και όταν ζαλίστηκα μου είπε: "Μη σταματάς... ειδικά τώρα."
Οδηγήθηκα στην τουαλέτα. Κάθισα. Και τότε μου έφυγαν. Και τότε έχεσα!
Σκουπίστηκα και η νοσοκόμα με έβαλε ξανά να ξαπλώσω.
Και τότε έσκυψε και μου ψιθύρισε:
"Σήμερα σου θύμισα πως οι άνθρωποι αγαπούν!"

Άλλωστε, μόνο αυτό ξέρουν να κάνουν πραγματικά καλά...

samedi 22 mars 2014

Χαράζει

Μακάρι να μπορούσε να με καταλάβει. 
Εγώ δεν βλέπω τα πράγματα όπως εκείνος. 
Δεν καταλαβαίνω πως γίνεται ένας κόσμος με τόσο όμορφα πράγματα, να είναι κακός...


jeudi 6 mars 2014

Η απαρχή των Πάντων

Πριν από καιρό που ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν μπορεί να λογιστεί, σε ένα περιβάλλον που απουσίαζαν οι διαστάσεις και ήταν άπειρες, που ο χωροχρόνος δεν είχε σημασία, ένα μεγάλο μπουρδέλο έσκασε από το πουθενά, από δήθεν ακραία συσσώρευση ενέργειας. Μέσα σε αυτό το μπουρδέλο, σύμφωνα με τη θεωρία της φυσικής επιλογής, κατάφεραν να επιβιώσουν μονάχα η αγάπη και ο φόβος.
Ανακαλύπτοντας ο ένας τον άλλον, ξάπλωσαν στο γαλαξία και έκαναν έρωτα. Η αγάπη, θηλυκού γένους, ούσα σίγουρη για το ποιόν της δώρισε στον φόβο ένα και μόνο ένα ωάριο. Ο φόβος όμως, αρσενικού γένους, όντας ανασφαλής έδωσε εκατομμύρια σπερματοζωάρια για να γονιμοποιήσουν το ένα ωάριο της αγάπης. Αυτή όμως επέλεξε ένα και το επέλεξε σχεδόν τυχαία, γιατί η αγάπη δεν τα διαχώριζε. Η κυοφορία ξεκίνησε και ήταν πολύ επίπονη γιατί ορισμένα στοιχεία που κατείχε ο φόβος και τα είχε κληροδοτήσει στον μελλοντικό απόγονο του έπλητταν την αγάπη. Έπειτα από περίπου εννέα μήνες η αγάπη έδωσε ζωή στον άνθρωπο, το πρώτο της παιδί.
Ο φόβος επειδή ζήλευε την αγάπη της μάνας προς το παιδί, έταξε πολλά οφέλη στον απόγονο του, όπως ασφάλεια, ηρεμία και ευημερία, απομακρύνοντας τον άνθρωπο από την αγάπη. Όμως αυτή ήξερε πολύ καλά το παιδί της, καλύτερα από τον πατέρα του.
Και ήταν πάντα εκεί, όσο και εάν την έκρυβε ο ογκώδης φόβος.
Και ήταν πάντα εκεί όταν ο άνθρωπος έκλαιγε.
Και ήταν πάντα εκεί όταν την έβριζε, την έφτυνε, την ξεχνούσε.

Και όταν την αγκαλιάζεις μην ξεχνάς ότι απόγονος της είσαι. Όμως όταν την αγκαλιάζεις μην ξεχνάς τον πατέρα σου, είναι και αυτός εκεί.
Και θα σε κρατήσει αυτός για το σαββατοκύριακο, μα από Δευτέρα πάλι στη μάνα σου θα επιστρέψεις.

dimanche 9 février 2014

Η Νεφέλη

 Φορούσε μια καρέ περούκα. Μαύρα μαλλιά να καλύπτουν το κενό της κεφάλι, απομεινάρι μιας πυρκαγιάς με εμπρηστή τις χημειοθεραπείες. Φορούσε σκούρο δαμασκηνί κραγιόν στα πρησμένα της χείλη. Είχε πουδράρει ελαφρά τη μύτη της, αποκρύπτοντας της κηλίδες, τα ανεξήτιλα σημάδια ενός έρωτα με τον εαυτό της. Στο χέρι της κρατούσε ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο με την καύτρα του να μετράει τις σκέψεις που είχαν ξεπηδήξει από το παρελθόν της. Ενός παρελθόντος με λαμπρό μέλλον, όπως της έλεγε η γιαγιά της. Ενός παρελθόντος με ταλαιπωρημένο παρόν.
 Έφυγε βιαστικά και τα τακούνια της ακούγονταν όπως ακούγεται ο εφιάλτης που κοντοζυγώνει. Είχε να ξυπνήσει πρωί αύριο να πάει στη δουλειά. Ήταν μια γυναίκα καριέρας και η ζωή της είχε παίξει ένα περίεργο παιχνίδι. Την είχε αγκαλιάσει γλυκά και της επέτρεψε να κυλίσει μέσα της, όπως κυλάει η λάβα ενός ηφαιστείο και καίει τα πάντα στο διάβα της. Και όταν ήταν πλέον σίγουρη πως είχε κατακτήσει την ευτυχία, η λάβα ξεχύθηκε από μέσα της και της κατέκαψε τα σωθικά. Συνήθισε όμως τη φωτιά και πλέον την αναζητά. Την αναζητά σε πυρκαγιές, σε τζάκια... στα τσιγάρα της. 
 Χωρίς να περάσει πολύς καιρός, ο καρκίνος της χτύπησε την πόρτα. Τον καλωσόρισε χωρίς ίχνος απαισιοδοξίας και φόβου. Τον έσφιξε στα δυνατά της μπράτσα και του έβαλε ένα ποτήρι κρασί. Όμως της έπεσε το ποτήρι και τα κρύσταλλα καρφώθηκαν μονομιάς στα πόδια του καρκίνου. Εκείνη έσκυψε, τα φίλησε και τα ξέπλυνε με τα στοργικά και φλεγόμενα δάκρυα της. Και το φόρεμα της σκίστηκε. Και ξεπρόβαλαν αχνά οι μελανιές στην πλάτη της.

Μάρτυρες του βιασμού της. Μάρτυρες του λιθοβολισμού της...